Στο τέλος κάθε σχολικού έτους, στο κατώφλι του σπιτιού του, πρόβαλλε ο Ουστά. Πιτσιρικάδες και πιτσιρίκες, περίμεναν με υπομονή τον Ουστά. Εκεί, στα Πευκάκια, στη Νέα Χώρα, στη βορειοανατολική γωνιά, ένα σιωπηλό κοσμομάνι, κυττούσε την πόρτα του σπιτιού και περίμενε να φανεί ο Ουστά. Ήταν όλα τα παιδιά του Δημοτικού Σχολείου της Νέας Χώρας, πολύχρωμα, φτωχούλικα, γελαστά. Ούτε μητέρα, ούτε πατέρας, ούτε συγγενής.
Του Θ.Γ. Λουλουδάκη
Απόσπασμα από το βιβλίο “Ιστορίες Χανιώτικες”
Η εμφάνιση του πολυπόθητου και λατρεμένου Ουστά, δεν αφορούσε κανέναν, μα κανέναν άλλο. Αφορούσε μόνο τα μαθητούδια και τον αγαπημένο τους Ουστά. Κηδεμόνες, μπαμπάδες, μαμάδες, θείοι, θείες, γιαγιάδες, παππούδες, γείτονες και γειτόνισσες θα μάθαιναν τα νέα από τα ίδια τα παιδιά. Κι’ ενώ περίμεναν τα μικρούλια, η ατμόσφαιρα δεν ήταν ηλεκτρισμένη, δεν χτυπούσαν καρδούλες, δεν σκοτείνιαζαν πρόσωπα, δεν σταματούσαν αναπνοές.
Κάτι τους έλεγε πως όλα, μα όλα, θα πάνε καλά. Εποχή του μεσοπολέμου, εποχή φτώχιας, εποχή που η Νέα Χώρα πάσχιζε να επιβιώσει με τη μαστοράντζα της, με τους παραγυιούς της, με τους ψαράδες της με τις μάλλινες χοντροφανέλλες που τις φορούσαν κατάσαρκα, με την καλαμόβουπαμε τη σουβλόμυτα, με τα κουπιά.
Και η φυματίωση να θερίζει, να μπαίνει στα σπίτια και να διαλέγει τους καλύτερους ανθούς. Τα ωραιότερα παλληκάρια, τις πιο όμορφες κοπελλιές. Η φτώχια έχει τα δικά της καπρίτσια, έχει τη δική της περηφάνια, τους δικούς της κώδικες, το δικό της θρήνο, τη δική της εκθαμβωτική ομορφιά. Κάπου – κάπου, στα καλά καθούμενα, σε μια πολυάνθρωπη αυλή γινόταν το φονικό.
Κάποιος ξεκοίλιαζε κάποιον, κι’ αν ρωτούσες το φονιά, γιατί; δεν ήξερε τι να σου πει. Τότε ένα μαύρο πέπλο σκέπαζε τη γειτονιά και οι πιο ήρεμοι κυττούσαν με απορία τον ουρανό. Η φτώχια έχει και τα σκοτάδια της, γιατί όλοι, μα όλοι την κυνηγούν. Όμως εκεί που η αρχαία τραγωδία γινόταν εκρηκτική, ήταν, όταν οι Νεοχωρίτισσες και οι Νεοχωρίτες μαζεύονταν να θρηνούσαν, να μοιρολογήσουν τον νεκρό.
Το θύμα της φυματίωσης, το μαχαιρωμένο παλληκάρι από το άλλο θύμα, δηλαδή τον φονιά. Θεέ μου, πώς εκφραζόταν ο πόνος της μάννας, του πατέρα, της γειτονιάς. Τι λόγια, τι δάκρυα, τις αγκαλιές συμπόνιας, αγάπης, αδελφοσύνης και ανθρωπιάς. Κάτι πρόλαβα κι’ εγώ. Κι’ από τότε σιγοκλείνω τα μάτια, για ν’ αντικρύσω έναν κόσμο που δεν πέθανε και που τον διηγούμαι σε άλλους Νεοχωρίτες κλεφτά.
Κυττάμε ο ένας τον άλλο αμίλητοι, μ’ ένα βλέμμα που λέει πάρα πολλά. Ένα κομμάτι αυτού του ατέλειωτου κόσμου ήταν και ο Ουστά. Ήταν ένας άνθρωπος ευγενικός, καλοπορεμένος, με τα γυαλάκια του, διακριτικά, αλλά κομψά ντυμένος, αυτός ο στοργικός και αξιαγάπητος που πρόβαλλε στο κατώφλι του σπιτιού του, για να πει το πιο μεγάλο νέο της χρονιάς.
Κύτταζε το κοσμομάνι, σήκωνε τα χέρια του, χαμογελούσε και έλεγε στα παιδιά:
«Προβιβαστήκατε όλοι, όλοι. Στην ίδια τάξη δεν έμεινε κανείς»
Αυτό το «κανείς» περίμεναν ν’ ακούσουν πιτσιρίκες, πιτσιρικάδες. Ούρλιαζαν και αγκαλιάζονταν ευγενικά και μετά, σπεύδανε να πουν τα νέα στους δικούς τους, για να χαρούνε και αυτοί. Ποιος ήταν ο Ουστά; Ήταν ο δάσκαλος, ο διευθυντής του Δημοτικού Σχολείου της Νέας Χώρας, ο αλησμόνητος Κυριακάκης που τον έλεγαν και Ουστά.
Την ιστορία μου τη διηγήθηκε η μητέρα μου η Ευαγγελία που μούσκιζε τα τετράδια, όταν κάτι δεν της άρεσε και μ’ έβαζε να το ξαναγράψω απ’ την αρχή. Να σας πω την αλήθεια; Μου την διηγήθηκε χίλιες φορές πιο ωραία, χίλιες φορές πιο αισθαντικά. Νεοχωρίτισσα που μόλις είχε βγάλει το Δημοτικό Σχολείο και που είχε δάσκαλο τον Ουστά.
Διάβαζε μέχρι που ξεψύχησε και μούδωσε την εντύπωση πως κανείς στον κόσμο δεν λάτρευε τα βιβλία, όσο αυτή. Τι σημαίνει Ουστά; Μέχρι χτες πίστευα πως είναι ένα παρανόμι, ένα επίθετο κοροϊδευτικό. Και η μάννα μου δεν μπορούσε να μου εξηγήσει, δεν ήξερε τι να μου πει. Ώσπου ανακάλυψα, εντελώς τυχαία πως Ουστά σημαίνει δάσκαλος τουρκικά.
Εγώ όμως του έδωσα άλλη εξήγηση. Για μένα σημαίνει αγάπη το όνομα Ουστά. Άλλωστε, γιατί να μου διηγηθεί η μάννα μου αυτή την ιστορία; Πέστε μου, υπάρχει μάννα που να μην τη λένε Ουστά;