Η Κύπρος, από το 1974 είναι ένα νησί μοιρασμένο στα δύο, αφού το 37% περίπου του εδάφους του βρίσκεται κάτω από τη συνεχή και αδυσώπητη κατοχή του Τούρκου κατακτητή. Οι πρόσφυγες ανέρχονται σε 175.000, ενώ οι χαμένες περιουσίες έχουν ανυπολόγιστη αξία. Περισσότερο, όμως, τον κυπριακό λαό βαραίνουν οι μνήμες από τα βόρεια εδάφη… Το νησί της Αφροδίτης, του ήλιου και της ομορφιάς, αν και κατακτημένο από διάφορους λαούς για περισσότερο από δύο χιλιετίες, ποτέ του δε μοιράστηκε, ούτε διχοτομήθηκε, ούτε καταστράφηκε πολιτισμικά σε τόσο μεγάλο βαθμό, παρά μέσα στη χρονική διάρκεια των 27 τελευταίων χρόνων (1974-2001).
Ο Τούρκος κατακτητής, μέσα σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα, κατάφερε ό,τι δεν κατάφεραν 2000 χρόνια συνεχούς κατοχής, επιδρομών και κατακτήσεων: ο Βορράς έχει γίνει πλέον μια terra aliena, τα πάντα έχουν αλλοιωθεί, τα πάντα έχουν μετονομαστεί, τα πάντα έχουν ξανακτιστεί:
Η Λευκωσία έγινε Lefkoşa, η Αμμόχωστος Gazimağuza, η Κερύνεια Girne, όλα τα γηγενή ελληνικά και λατινικά τοπωνύμια άλλαξαν και έγιναν τουρκικά. Πηγαίνοντας στα κατεχόμενα, όσοι είχαν την πολύτιμη ευκαιρία – στα πλαίσια των διάφορων «προσκυνημάτων» και «εκδρομών» – βρίσκουν ελάχιστα απομεινάρια απ’ ό,τι θυμούνταν πριν το 1974. Όλα, σχεδόν, τα σπίτια έχουν είτε κατεδαφιστεί και ξανακτιστεί, είτε τροποποιηθεί σε μεγάλο βαθμό. Οι αυλές των σπιτιών δεν είναι πια πράσινες, τα περβόλια είναι ξερά, οι εκκλησιές βουβές, τα μοναστήρια σιγανά…
Η πιο κτυπητή, όμως, αλλαγή είναι αυτή στον κόσμο: εκτός από τους λιγοστούς εγκλωβισμένους και τους εναπομείναντες Τουρκοκύπριους, η μεγάλη πλειοψηφία συνίσταται από Τούρκους Έποικους από τα βάθη της Ανατολίας στην Τουρκία. Ακόμη, όσο κι αν έχει αναπτυχθεί η Βόρεια Κύπρος – και αλήθεια έχει αναπτυχθεί σε ζηλευτό, ίσως, επίπεδο – η συνεχής παρουσία Τούρκων στρατιωτών στους δρόμους των χωριών και των πόλεων «χαλάει» την ατμόσφαιρα, δημιουργώντας ένα κλίμα φόβου και καταπίεσης.
Όμως, η ανάπτυξη είναι επιφανειακή· ανάπτυξη δε σημαίνει μόνο κτίσιμο πολυκατοικιών και μεγάρων, αλλά και καλλιέργεια δημοκρατικού πνεύματος και, προπάντων, ελευθερίας. Ας θυμηθούμε την προμετωπίδα του Ελληνικού Εθνικού Ύμνου: Libertà vo cantando che si cara, com sa chi per lei vita rifuta (Τη λευτεριά θα ψάλω που’ ναι τόσο ωραία, καθώς το ξέρει εκείνος που γι’ αυτήν τη ζωή του απαρνιέται).
Οι κάτοικοι του ψευδοκράτους δεν είναι ούτε οι ίδιοι ελεύθεροι, ούτε ζουν ελεύθερα: από τη μια, υπόκεινται ανά πάσα στιγμή στη στέρηση ελευθερίας, και από την άλλη, οι ίδιοι επιδίδονται σε καταστροφή και κατακράτηση ιδιοκτησίας των άλλων, κυρίως εγκλωβισμένων και προσφύγων, νόμιμων κάτοικων του νησιού.
Οι ελάχιστοι εναπομείναντες Τουρκοκύπριοι και εγκλωβισμένοι, καθώς και οι πλείστοι Ελληνοκύπριοι, βλέπουν απέναντι με αισθήματα λύπης και δυσφορίας. Ξέρουν πως η μόνη λύση είναι το σπάσιμο αυτής της διαχωριστικής γραμμής, όπως είχε γίνει, με διαφορετικό, όμως, τρόπο, στο Βερολίνο το 1989. Όσο κι αν φαίνεται ανέφικτο, είναι αδιανόητο να μην μπορεί ο κάτοικος αυτού του νησιού να πάει στον τόπο που γεννήθηκε, στο σπίτι που μεγάλωσε, να δει, τουλάχιστον, τους τόπους των προγόνων του ελεύθερα και χωρίς περιορισμούς.
Οι κάτοικοι της Κύπρου, και ειδικότερα της Λευκωσίας, νιώθουν αυτό το έντονο συναίσθημα της καταπίεσης και της αδικίας· αν το καλοσκεφτεί κανένας, είναι κάπως παράλογο και παράδοξο. Οι Λευκωσιάτες – είναι αυτοί που καταλαβαίνουν καλύτερα, αφού το ζουν καθημερινά και το βιώνουν ατέρμονα – έχουν πλέον συμβιβαστεί με το status quo, όπως και οι υπόλοιπο Κύπριοι· ακόμη, όμως, δεν έχουν κατανοήσει πλήρως το μέγεθος και τις διαστάσεις του.
Στην πόλη της Λευκωσίας, και από τις δύο πλευρές, κατευθυνόμενοι προς το κέντρο, ένα είναι το δεδομένο: όποιο δρόμο και να πάρουμε, ο δρόμος αυτός θα μας οδηγήσει ή θα εκτείνεται στην Πράσινη Γραμμή. Η γραμμή αυτή, που πήρε το όνομά της από ένα χρωματιστό μολύβι που τη σχεδίασε πολύ πρόχειρα σε ένα χάρτη της Κύπρου, είναι βαμμένη με αίμα και ποτισμένη με δάκρυα. Το παράλογο υπάρχει και αποτελεί μια στυγνή και αμετάκλητη (προς το παρόν) πραγματικότητα. Όσο κι αν θέλουμε να πάμε στα κατεχόμενά μας εδάφη, δεν μπορούμε· κοιτάζοντας από ψηλά, δεν τη βλέπουμε, ούτε τη διακρίνουμε. Απλά, ξέρουμε ότι υπάρχει και είναι εκεί.
Μερικοί προσπαθούν να τη «σπάσουν», ενώ αρκετοί μένουν άπραγοι ή απαθείς. Όμως, στην αυγή της 3ης χιλιετίας, όπου ο άνθρωπος φημίζεται ότι έχει φτάσει σε ύψιστο πνευματικό και δημιουργικό επίπεδο, τέτοια πράγματα δεν είναι δυνατό να υφίστανται ακόμη. Ο αέρας που φυσά και αναπνέουμε είναι κοινός· μοιραζόμαστε την ίδια γη, τον ίδιο ουρανό, τα ίδια σύννεφα. Πίνουμε από το ίδιο νερό, κολυμπούμε στην ίδια θάλασσα, ηλεκτροδοτούμαστε από τον ίδιο Σταθμό.
Ο λαός της Κύπρου – Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι – έχει δικαίωμα να ζει ελεύθερα και να διακινείται ελεύθερα σε όλο το μήκος και το πλάτος της Νήσου. Οι ξένοι, αφού δεχθούν τους νόμους του νησιού, είναι ευπρόσδεκτοι.
Οι κατακτητές, όμως, και οι Έποικοι, που δεν έχουν σχέση με την Κύπρο;
Ας συλλογιστούμε αυτά τα λίγα και ας πάμε, έστω και νοητά, ο καθένας στην άλλη πλευρά, κι ας ενωθούμε μαζί, όλοι οι Κύπριοι, για να εκδιώξουμε, όσο γίνεται πιο ειρηνικά, τους κατακτητές μας. Η γραμμή θα σπάσει και ο λαός θα ενωθεί: ο λαός, το νησί, οι άνθρωποι θα ενωθούν. Τότε, θα μπορέσουμε να απαγγείλομε τους περίφημους στίχους του Διονύσιου Σολωμού:
« Κι η μέρα προβαίνει, τα νέφια συντρίβει·
να η νύχτα που βγαίνει κι αστέρι δεν κρύβει»
[ Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Σχεδίασμα Α’]
Οι φωτογραφίες που ακολουθούν είναι από την απαγορευμένη ζώνη. Εγκαταλελειμμένα κτίρια και παντού το σημάδι μίας βάναυσης κατοχής. Μια πράσινη γραμμή, που αποτελεί ένα τοίχο, τον οποίο κάποια στιγμή, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι πρέπει να σπάσουν.
είταν καλό αν το βάλεισ με συγκιρισει με μερικα αλλα τοτε ιταν καλο τωρά αν το βάλεισ με κατι αλλο……….εισαστε ασχετι
μαθε ελληνικά πρώτα και μετά να αφήσεις ηλίθια σχόλια.