Ο Γαμπρός

Αναρτήθηκε από τον Editor την May 6th, 2008 στις κατηγορίες Blog, Λογοτεχνια, Πολιτισμος. You can follow any responses to this entry through the RSS 2.0. You can leave a response or trackback to this entry

Εκείνο το Μάη του 1950, στην αυλή της Κυραλένης στο Βαρούσι, καμμιά διακοσαριά μέτρα πριν από τη γέφυρα του Κλαδισσού, προσγειώθηκε ο Κωστής. Προσγειώθηκε; Ναι, με αλεξίπτωτο πάνω στην κεραμοσκεπή μιας αποθήκης απομονωμένης και σιωπηλής. Ο Κωστής πέταξε με αργές κινήσεις το αλεξίπτωτο και κατέβηκε πατώντας τα σαρακοφαγωμένα ξυλόσκαλα μιας σκάλας που βρέθηκε τυχαία εκεί. Κούτσαινε ελεφρά και όπως μας είπε ένα μαμόθρεφτο, ένα κεραμίδι κάρφωσε στον κώλο του, γι’ αυτό κούτσαινε ελαφρά. Εμείς ριχτήκαμε στο μαμόθρεφτο και του σφίξαμε το λαιμό.

Του Θ.Γ. Λουλουδάκη
Απόσπασμα από το βιβλίο “Ιστορίες Χανιώτικες”

Όμως την τελευταία στιγμή συγκρατηθήκαμε, γιατί σκεφτήκαμε πως κάτι τέτοιο θα μπορούσε στον καθένα μας να συμβεί. Πόσοι και πόσοι δεν έμειναν ανάπηροι από μια πτώση από αλεξίπτωτο; Εμείς δεν τα είδαμε όλα αυτά, αυτά μας τα είπε το μαμόθρεφτο. Τι άλλο μας είπε; Ουουου… μας είπε πολλά. Στην πόρτα της αποθήκης της κυραλένης μια μαύρη κατσίκα μασσούσε μια λινάτσα ανόρεχτα, ενώ ο Φραγκιός, ένα μουλάρι ανόητο, εξέταζε τον Κωστή.

Ήταν σα να τούλεγε, ηλίθιε βασανιστή! Εκείνος μπήκε στην αποθήκη κι’ έκλεισε την πόρτα πίσω του. Όταν κλείνει μια πόρτα, κανείς δεν ξέρει τι συμβαίνει πίσω της, όμως από την αντικρυνή αυλή, η Όλγα μια πενηντάρα γεροντοκόρη ρούφαγε τον Κωστή. Μπήκε μέσα στο σπίτι της και κατευθύνθηκε στην κρεβατοκάμαρη που ήταν στολισμένη με καθρέφτες και κεντητά. Σήκωσε το στρώμα της και τράβηξε ένα καφετί κουτί του Λουμίδη, εκείνο με τον παπαγάλο που κυττάζει χαζοχαρούμενος και σαχλός.

Το άνοιξε, πήρε λίγη πούδρα, πλησίασε τον καθρέφτη κι’ άρχισε να πασπαλίζεται με άγχος σπασμωδικά. Η Όλγα είχε μια μεγάλη πλεξίδα που έφτανε ως τη γη. Στην άκρη κατάληγε σε μια μεταξένια ροζ κορδέλλα και ήταν σαν φοράδα Γεωργιανή. Η Κυραλένη είχε ένα μικρό μπακάλικο που συνόρευε με την αυλή. Πουλούσε σαρδέλλες σε μεγάλους στρογγυλούς τενεκέδες, ρέγγες, λιαστό χταπόδι και μπακαλιάρο παστό. Τον τελευταίο δεν προλάβαινε να τον πουλήσει, γιατί τον έτρωγε η ίδια άψητο και ωμό.

Ο μπακαλιάρος ήταν το πεπρωμένο της. Έκοβε μεγάλα κομμάτια μ’ ένα χασαπομάχαιρο και μετά, τι έκανε μετά; Χτυπούσε δυνατά τα κομμάτια πάνω στ’ ατζιά της, για να φύγει το αλάτι και τον καταβρόχθιζε όπως οι γλάροι το γαύρο ή τον αθερινό. Σα να λέμε «δός μοι παστό και άσε με να ζήσω» Αυτά για το περιβάλλον και για την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, γιατί την άλλη μέρα πρωί – πρωί ξεμούρισε ο Κωστής. Μ’ ένα μπουφάν στρατιωτικό, ένα χακί πανταλόνι, μια ζώνη υφαντή ταλαιπωρημένη και πολυκύμαντη κι’ ένα σαρίκι κάτι σαν πετσέτα φτωχομαγέρικου συνοικιακού.

Κρατούσε όμως και μια κατσούνα (μαγκούρα) τεράστια και στριφωχτή. Από πού ήρθε; Αυτό ούτε το μαμόθρεφτο ήξερε να μας πει ούτε και το μάθαμε ποτέ. Άλλοι λέγανε από την Κυδωνία, άλλοι από την Κίσσαμο, άλλοι από κάπου πιο κοντά. Πώς ζούσε; Δεν ξέρω. Εκείνο που ξέρω είναι πως δεν ζητιάνεψε ποτέ. Και περνούσαν τα χρόνια και περνούσε η ζωή. Όμως οι κυράδες πούχουν το διάολο μέσα τους άρχισαν να του κάνουν προξενιά.

Μαζεύονταν στην αυλή, του πιπίλιζαν το νου κι’ εκείνος τις άκουγε με προσοχή. Άκουγε και σημείωνε σαν λογιστής. Ποια προσόντα αντιπρότεινε και ποια χαρίσματα δήλωνε στις προξενήτρες; Αυτή που θα τον παντρευόταν θάπαιρνε άντρα νοικοκύρη, οικονόμο και δουλευτή. Τόσο οικονόμο που, αντίθετα με το έθιμο της εποχής, ξυριζόταν μόνος του. Απόδειξη πως κάθε μέρα πρόβαλλε από την αποθήκη φρεσκοξυρισμένος και καθαρός.

Είχε ένα κρυστάλλινο νεροπότηρο και ένα ξυραφάκι REX. Έβαζε το ξυραφάκι μέσα στο ποτήρι, έφτυνε ελαφρά κι’ άρχιζε να το κουνά πέρα – δώθε με απέραντη υπομονή. Το ακόνιζε. Έτσι τα μάγουλά του ήταν γεμάτα κοψιές. Ώσπου μια μέρα έσκισαν την ατμόσφαιρα χυδαίες φωνές. Γαμπρέ, Γαμπρέ, Γαμπρέ… Έκανε πως δεν άκουσε, όμως δεν ήταν κανείς άλλος κοντά του και γύρω του και τότε κατάλαβε.

Τολμούσαν και ποιοι; Έγινε θηριό, τίγρης έγινε ο αμνός. Άρπαξε μια πέτρα και την έρριξε κατά την φωνή. Τι πέτρα, τι ωραία κίνηση, τι ωραία βολή! Τις πέτρες τις έρριχνε με ευστοχία μακρύκανου και αλλοίμονο στους τυχερούς. Ο πόλεμος είχε αρχίσει και οι πιτσιρικάδες μπορεί να το γλεντούσαν, αλλά χέζονταν και από τον φόβο τους συχνά. Βαγδάτη είχε γίνει το Βαρούσι από τους πυροβολισμούς. Όμως κάποτε άρχισε να λαχανιάζει.

Στεκόταν αμίλητος, σκούπιζε τον ιδρώτα με το σαρίκι του, κύτταζε θλιμμένος μακριά και τότε οι πιτσιρικάδες σώπαιναν. Τι λέω; Σώπασαν και δεν του ξαναφώναξαν, Γαμπρέ! Ένα πρωινό ο Γαμπρός δεν βγήκε από την αποθήκη. Κλάψαμε όλοι, οι κυράδες, το μουλάρι, η κατσίκα, οι γείτονες, όλοι εμείς. Στόλισαν οι κυράδες το φέρετρό του με κατηφέδες, ψαρογάλους και ντάλιες και η Όλγα απόθεσε με τρυφερότητα στο προσκεφάλι του μια μπουμπουνιέρα και μια από κατακόκκινο βελούδο κεντημένη καρδιά.

Στο Βαρούσι έξω από το ΙΝΚΑ συνάντησα το Μαμόθρεφτο χτες. Τον Γαμπρό τον θυμάσαι; του λέω. Πώς, πώς, μου απαντά! Τον βλέπω συχνά. Συχνά; Ναι, τα απογέματα τις Κυριακές, όταν καταλαγιάζουν τα αυτοκίνητα, κάνει τον περίπατό του και λάμπει από χαρά. Δεν είναι μόνος. Κρατά απ’ το χεράκι την Όλγα και πότε – πότε της σφίγγει τη μέση τρυφερά. Προχτές, μάλιστα, τους είδαν να τσουλάνε ένα καροτσάκι που είχε μέσα ένα μωρό.

Γελάτε; Γιατί; Μήπως δεν έχουν τα ίδια δικαιώματα όλες οι νύφες και όλοι του κόσμου οι γαμπροί;

Γαμπρέ και πόθεν έρχεσαι

Και πουν’ τα γονικά σου;

Παράδες θέλουν τα βιολιά,

οι εκκλησιές λαμπάδες
κι εσύ ορφανός απόμεινες

με μια σκελίδα σκόρδο.

Related Posts with Thumbnails

Το σχόλιο σας

Διαφήμιση

Twitter feed του “Α.τ.Κ.”

Powered by Agonas tis Kritis & Wordpress | ΑΠΟΚΟΡΩΝΟΥ 51, ΧΑΝΙΑ, 73134, ΚΡΗΤΗ | ΤΗΛ: 28210-74544 | ΚΙΝΗΤΟ: 6980353702 | FAX: 28210-32744